Το αρχαίο βασίλειο της όσφρησης: βρώμα και δυσωδία στην αρχαία Ελλάδα

Όταν προσπαθείς να ανασυνθέσεις έναν αρχαίο τόπο σε μια δεδομένη στιγμή, δεν αρκούν τα πολιτικά, στρατιωτικά ή έστω τα καλλιτεχνικά γεγονότα. Μεγάλη σημασία έχει και η ανασύνθεση της καθημερινής ζωής, όπως οι αρχαίοι τη βίωναν με τις αισθήσεις τους. Στο προηγούμενο κείμενο προσπαθήσαμε να ταξιδέψουμε στην αρχαία Ελλάδα μέσα από την αίσθηση των αρωμάτων. Σειρά έχει τώρα η άλλη πλευρά: πώς βίωναν οι αρχαίοι Έλληνες τις άσχημες οσμές; Οι παρακάτω γραμμές είναι αφιερωμένες στην αρχαιοελληνική βρώμα και δυσωδία.

Ας ξεκινήσουμε, όπως πάντα, μυθολογικά. Όπως τα αρώματα, έτσι και η δυσωδία έχει το δικό της αποτύπωμα στην ελληνική μυθολογία. Η βρώμα είναι το τίμημα της ύβρης απέναντι στους θεούς, που αντιπροσωπεύουν ό,τι πιο ευωδιαστό και ωραίο. Όταν η θεά Αφροδίτη έμαθε ότι οι γυναίκες της Λήμνου δεν την τιμούσαν, τις τιμώρησε με το να αναδίδουν μια απαίσια μυρωδιά κι έτσι κανένας άντρας δεν τις πλησίαζε.

Δεν ήταν, όμως, όλοι οι θεοί ευωδιαστοί: το βασίλειο του Πλούτωνα μύριζε θειάφι, γι’ αυτό και ο Ηρακλής πλέοντας στον Αχέροντα και την Αχερουσία λίμνη υπέφερε προσπαθώντας να απαγάγει τον Κέρβερο. Που βρίσκεται όμως η πύλη αυτή του Κάτω Κόσμου; Εκτός από το γνωστό Αχέροντα στην Ήπειρο, υπάρχει ένας κάβος στην ακτή του Πόντου με το ίδιο όνομα. Εκεί κοντά οι αρχαίοι Βυζαντινοί ίδρυσαν την Ηράκλεια (Eregli). Κοντά στην αρχαία πόλη, στο χωριό Καστανιά, υπάρχει ένα φαράγγι με γαλαρίες, βαθιά στη γη, όπου υπάρχουν υπόγειες λίμνες και το νερό τους μυρίζει θειάφι. Από εκεί πίστευαν οι Έλληνες της περιοχής ότι κατέβηκε ο Ηρακλής στον Άδη κατά το δωδέκατο άθλο του. Η οσμή θειαφιού του Κάτω Κόσμου παρέμεινε ως πεποίθηση και μετά την έλευση του Χριστιανισμού: αυτή είναι η μυρωδιά του διαβόλου, άρχοντα της κόλασης. Η οσμή από θειάφι, βέβαια, υποδηλώνει πλούσια κοιτάσματα άνθρακα, γι’ αυτό ακόμη και σήμερα εκεί λειτουργούν ανθρακωρυχεία.

Όσο εύγλωττοι ήταν οι αρχαίοι Έλληνες στους επαίνους τη ευωδίας στην καθημερινή τους ζωή, αντίστοιχα ήταν και στην επίκριση της κακοσμίας. Τους απασχολούσε πολύ η προσωπική μυρωδιά, ιδίως η μυρωδιά του στόματος και δη της αναπνοής. Ένα άτομο με βρωμερή αναπνοή συγκέντρωνε τη χλεύη του περίγυρου ακριβώς όπως ένα φιλί από ευωδιαστό στόμα κέντριζε τον πόθο. Κύριες αιτίες της κακής αναπνοής για τους αρχαίους Έλληνες ήταν τα πικάντικα φαγητά και το κρασί. Βασικοί ένοχοι ήταν το σκόρδο και το κρεμμύδι. Το ίδιο αποτέλεσμα είχε και η αφαγία, καθώς πίστευαν ότι όταν κανείς δεν τρώει για μεγάλο χρονικό διάστημα, το στόμα «μπαγιατεύει». Για να ευωδιάζει το στόμα τους πολλοί μασούσαν αρωματικά φύλλα δάφνης ή μυρτιάς, όπως σύστηνε ο Πλίνιος, ή και μούρα.

Οι αρχαίοι Έλληνες έκαναν κριτική και σε άλλες οσμές του σώματος. Παρομοίαζαν την ιδρωτίλα με τη μυρωδιά της κατσίκας. Ο Αριστοφάνης στους Αχαρνής περιγράφει γλαφυρά «μασχάλες που βρωμούν σαν κατσίκα», δικαιολογώντας πολλούς Έλληνες και Ρωμαίους που αφαιρούσαν τις τρίχες από τις μασχάλες τους για την κακοσμία.

Άλλωστε, οι μεγάλες πόλεις ήταν πηγή πολλών οσμών. Ορισμένα μέρη είχαν τη χαρακτηριστική οσμή συγκεκριμένων δραστηριοτήτων, όπως τα γυμναστήρια, τα κουρεία, η αγορά κι οι ναοί. Κάποια μέρη ήταν πασίγνωστα για την βρώμα τους: βυρσοδεψεία, πλυντήρια, βαφεία ρούχων, γι’ αυτό συνήθως βρίσκονταν στην άκρη της πόλης. Άλλα, όπως οι ναοί, ήταν γνωστά για τα αρώματά τους. Οι διαφορετικές τοπικές οσμές βοηθούσαν τους κατοίκους να προσανατολιστούν. Σ’ έναν κόσμο χωρίς πινακίδες, προχωρούσες με βάση τη μύτη.

Αντίστοιχα, ορισμένα επαγγέλματα συνδέθηκαν με τη βρωμιά δημιουργώντας κοινωνικές, γλωσσικές και καλλιτεχνικές προεκτάσεις: οι βυρσοδέψεις, οι βαφείς, οι ψαράδες, οι σιδεράδες, ήταν άνθρωποι που εργάζονται μέσα στην κακοσμία. Οι αρχαίες εικόνες που έχουμε γι’ αυτούς δεν είναι κολακευτικές. Η πορνεία πάλι ήταν ένα επάγγελμα συνδεδεμένο με τη βρώμα, κυρίως λόγω του βρωμερού εργασιακού περιβάλλοντος: άλλη πόρνη ήταν κατάκλειστος, δηλ. δούλευε σε κλειστούς χώρους, άλλη γεφυρίς, δηλ. έκανε πιάτσα κάτω από γέφυρες, άλλη δημία (του δρόμου). Οι ταβέρνες και τα κάθε είδους χαμαιτυπεία ήταν ο φυσικός τους χώρος, όπου κλέφτες κι απατεώνες συνέθεταν ένα βρωμερό και επικίνδυνο σκηνικό. Φυσικά, οι πόρνες δεν είχαν καμμία σχέση με τις εταίρες, που ξόδευαν πολλά χρήματα στους αρωματοπώλες, σύχναζαν σε όμορφα μέρη και είχαν εύπορους πελάτες, παρέχοντας ακριβές υπηρεσίες.

Μιλώντας λοιπόν ευρύτερα, οι οσμές δεν ήταν απλά θέμα αισθητικών προτιμήσεων, αλλά ταξινόμησης των ανθρώπινων ομάδων. Αλλιώς μύριζαν οι χειρώνακτες, οι «βάναυσοι», αλλιώς οι υπόλοιποι. Αλλιώς οι πλούσιοι, αλλιώς οι φτωχοί. Οι τελευταίοι κουβαλούσαν νομίσματα στο στόμα (το οποίο χρησιμοποιούν ως πορτοφόλι), έτσι η ανάσα τους ανέδυε μια άσχημη μεταλλική οσμή. «Το χρήμα δεν βρωμάει» όμως, όπως είπε κάποτε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Βεσπασιανός στο γιο του, Τίτο, όταν ο Τίτος τον επέκρινε για την επιβολή τελών στα δημόσια ουρητήρια. Στην αρχαία Ελλάδα λοιπόν, αρκετοί υπέκυπταν σε προκαταλήψεις θεωρώντας ότι οι πλούσιοι ευωδιάζουν, ενώ οι φτωχοί βρωμούν όχι τόσο λόγω οσμής όσο λόγω κοινωνικής θέσης. Ακόμη κι ο Σωκράτης λέγεται ότι ήταν κατά των αρωμάτων, γιατί κάλυπταν τις οσφρητικές διαφορές μεταξύ ελεύθερων πολιτών και δούλων.

Άλλος οσφρητικός διαχωρισμός γινόταν μεταξύ πόλης και υπαίθρου. Οι αρχαίες πόλεις διέθεταν βρωμερό περιβάλλον (μπορεί κανείς να σκεφτεί τα στενά δρομάκια των πολυπληθών πόλεων, γεμάτα απορρίματα και ακαθαρσίες), ενώ αντιθέτως πιστευόταν ότι η εξοχή ευωδίαζε από τα λουλούδια και τα δένδρα. Παρόλαυτα, οι αστοί θεωρούσαν ότι οι κάτοικοι της εξοχής ήταν άξεστοι, βρωμεροί χωριάτες, που μυρίζουν κατσικίλα και σκόρδο. Μια τέτοια εικόνα αυθεντικού χωριάτη της Αττικής μας δίνει ο Αριστοφάνης στις «Νεφέλες».

Ο βασικότερους, όμως, οσφρητικούς διαχωρισμούς ήταν αυτός ανάμεσα στα δύο φύλα. Φιλόσοφοι, ποιητές και απλοί άνθρωποι θεωρούσαν ότι άνδρας και γυναίκα (πρέπει να) μυρίζουν διαφορετικά: οι μεν άνδρες να μυρίζουν «αντρίλα», ενώ οι γυναίκες να έχουν τη μυρωδιά πλάσματος που ριγεί από πάθος. Στη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη αυτή τη διαμάχη οσμών δεν έχει νικητή. Παρόλη την παγιωμένη αντίληψη ότι κάθε φύλο μυρίζει διαφορετικά, και τα δύο φύλα φορούσαν τα ίδια αρώματα, με βάση το ροδέλαιο, το λάδι κανέλλας, το νάρδο και το μύρο. Όλα αυτά προς μεγάλη απογοήτευση του Σωκράτη, που θεωρούσε ότι το μόνο άρωμα που δικαιολογείται να φορά ένας άντρας είναι το λάδι του γυμναστηρίου. ¨Η τουλάχιστον έτσι θέλει να πιστεύουμε για το μεγάλο δάσκαλο ο διαπρεπής μαθητής του, Πλάτων.

Από ανδρικές πηγές μαθαίνουμε επίσης ότι ενώ οι γυναίκες ως νύφες και νιόπαντρες φρόντιζαν να ευωδιάζουν για να είναι ποθητές, μετά από μερικά χρόνια γάμου παραμελούσαν τον εαυτό τους, προς μεγάλη απογοήτευση των συζύγων. Στην «Κωμωδία των γαϊδουριών» του κωμωδιογράφου Πλαύτου, ένας δυστυχής σύζυγος λέει ότι ενώ τα φιλιά της ερωμένης του είναι γλυκά, θα προτιμούσε να πιει βρωμόνερα από αμπάρι πλοίου παρά να φιλήσει τη γυναίκα του.

Η ανδροκρατική αντίληψη της αρχαιότητας ότι η γυναίκα είναι «βρώμικη» προέρχεται και από το συσχετισμό της γυναίκας με τη Σελήνη, που ήταν συνώνυμο της διαφθοράς. Ενώ ο άνδρας παρομοιαζόταν με τον Ήλιο, πηγή κάθε χαράς, η γυναίκα εμφανιζόταν ως κάτι κακό, που πρέπει να διορθωθεί. Σε αυτή την οπτική γωνία εδράζεται και ο παραδοσιακός αρωματισμός της νύφης: θεωρείται μια πολιτισμική διεργασία μεταμόρφωσής της γυναίκας σε ένα γλυκό, ευωδιαστό πλάσμα.

Καθώς ο πόλεμος ήταν κομμάτι της ζωής στην αρχαία Ελλάδα, μπορούμε να αναγνωρίσουμε, μέσα από τις πηγές, τις τραχιές οσμές που σχετίζονται με αυτόν. Η δυσοσμία των τραυμάτων και των νεκρών, ο καπνός σε φλεγόμενες πόλεις και καλλιέργειες, ήταν αναπόσπαστο μέρος των μαχών. Οι ίδιοι οι στρατιώτες μυρίζουν ιδρώτα, τυρί και σκόρδο, που ήταν το σύνηθες συσσίτιό τους, αν πιστέψουμε τους κωμικούς ποιητές Αριστοφάνη και Μένανδρο.

Κατά της δυσωδίας της μάχης επιστρατεύονταν και πάλι αρώματα. Για τα εγκαύματα υπήρχε μια αλοιφή από κρασί και μύρο. Για να αντιμετωπίζουν τραύματα άλειφαν στην πληγή αρώματα σε παχύρευστη μορφή, όχι μόνο για να θεραπεύσουν τις φλεγμονές, αλλά και για να ανακουφίσουν τον πάσχοντα και τους γύρω από τη δυσοσμία της κακοφορμισμένης πληγής. Η πιο διάσημη κακοφορμισμένη πληγή ανήκε στο δύστυχο Φιλοκτήτη, τον καλύτερο τοξότη των Αχαιών.

Σε κάθε πολιορκία των νεώτερων χρόνων η παράδοση του αμυνόμενου γίνεται με την ύψωση μιας λευκής σημαίας. Στην αρχαία Ελλάδα, όμως, όπου δεν υπήρχαν σημαίες, για να δηλώσει κανείς παράδοση στον πολιορκητή, κρεμούσε από τα τείχη ένα δοχείο που έκαιγε λιβάνι. Μερικές φορές δε το λιβάνι χρησιμοποιείτο για να εξαγνισθεί μια κατακτημένη πόλη ή ένα πεδίο μάχης από τη μολυσμένη οσμή του αίματος.

Αν πρέπει να συγκρατήσουμε ένα πράγμα από το ταξίδι μας στο βασίλειο των οσμών της αρχαίας Ελλάδας είναι ότι οι Έλληνες ήξεραν να εκτιμούν όλες τις οσμές, καλές και κακές, ως μέρος της καθημερινότητας. Έβρισκαν ότι κάθετι έχει τη μυρωδιά του, η γη, ο αέρας, το νερό, όλα τα στοιχεία του κόσμου, προσπαθούσαν, όμως, με κάθε τρόπο να κάνουν τη ζωή τους λίγο πιο ευωδιαστή κάθε μέρα. Κι αυτό ίσως είναι άλλη μία έκφανση σοφίας.

Για τις οσμές στην αρχαία Ελλάδα ΔΙΑΒΑΣΤΕ
C. Classen/D. Howes/A. Synnott – Άρωμα (Πλέθρον)
Paul Faure – Η καθημερινή ζωή στις ελληνικές αποικίες (Παπαδήμας)
Μαρία Θερμού – Στα μαγειρία των αρχαίων (Ολκός)
Η εικόνα: Ο Φιλοκτήτης στη Λήμνο: Αττική ερυθρόμορφη λήκυθος
Γιάννης Δρίτσουλας

Add new comment

Filtered HTML

  • Web page addresses and e-mail addresses turn into links automatically.
  • Allowed HTML tags: <a> <em> <strong> <cite> <blockquote> <code> <ul> <ol> <li> <dl> <dt> <dd>
  • Lines and paragraphs break automatically.

Plain text

  • No HTML tags allowed.
  • Web page addresses and e-mail addresses turn into links automatically.
  • Lines and paragraphs break automatically.