Όταν οι Έλληνες ανέκτησαν τη Μακεδονία: ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος

Παρατηρώντας κανείς τη διεθνή επικαιρότητα, δεν χρειάζεται να είναι ειδικός για ν’ αντιληφθεί ότι οι σχέσεις μεταξύ των κρατών είναι ένα πολύπλοκο και πολυεπίπεδο παιχνίδι ισορροπιών με αλληλεπιδράσεις πολλών και άνισων μεταξύ τους παραγόντων. Για ν’ ανταποκριθεί ένα σύγχρονο κράτος στις προκλήσεις του καιρού του θα πρέπει να διαθέτει πλειάδα εφοδίων που να του επιτρέπουν να διαμορφώνει όσο μπορεί αυτοδύναμη πολιτική στα διεθνή πράγματα κι έτσι να επιτυγχάνει τους στόχους του. Δύο απαραίτητα χαρακτηριστικά είναι ο αξιόμαχος στρατός και η εύστροφη πολιτική ηγεσία. Ο συγκερασμός των δύο αυτών στοιχείων δημιουργεί προϋποθέσεις για τη μέγιστη δυνατή επιτυχία στο διεθνή στίβο. Στο κείμενο που ακολουθεί θα δούμε ένα παράδειγμα αυτού του συγκερασμού: την Ελλάδα στο Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο.

Έχοντας συμμαχήσει κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα χριστιανικά κράτη των Βαλκανίων, Σερβία, Βουλγαρία, Ελλάδα και Μαυροβούνιο επικρατούν του κοινού εχθρού το Μάιο του 1913, μετά από πολύμηνες αιματηρές μάχες, σ’ έναν πόλεμο που ονομάσθηκε Α΄ Βαλκανικός. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία χάνει το μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών της εδαφών με εξαίρεση την Ανατολική Θράκη και την Κωνσταντινούπολη. Η Ελλάδα ανακτά πλήρως τη Θεσσαλία, το νότιο τμήμα της Ηπείρου κι ένα μεγάλο μέρος της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, με κυριότερο επίτευγμα την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Τίποτα, όμως, δεν έχει κριθεί.

Τα προβλήματα ξεκίνησαν πριν καν τερματισθεί ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Η Ελλάδα είχε καταλάβει τη Θεσαλονίκη, πλην όμως δέχθηκε την είσοδο στην πόλη ενός – δύο ταγμάτων βουλγαρικού στρατού για ανάπαυση λίγων ημερών. Τελικά, οι Βούλγαροι εγκατέστησαν στην πόλη μία μεραρχία, που παρέτεινε την παραμονή της, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή να δράσει. Όταν η Τουρκία ζήτησε από τους αντιπάλους της ανακωχή, μόνη η Ελλάδα αρνήθηκε, καθώς το μέτωπο της Ηπείρου ήταν ανοιχτό και απέμενε η κατάληψη των Ιωαννίνων και η εκκαθάριση της Ηπείρου.

Τελικά, μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις, στις 17/30 Μαίου 1913 υπεγράφη η Συνθήκη τερματισμού του πολέμου στο Λονδίνο, που χονδρικά προέβλεπε: α) παραχώρηση στις Βαλκανικές χώρες όλων των οθωμανικών εδαφών δυτικά της γραμμής Αίνου-Μηδείας, β) δημιουργία του κράτους της Αλβανίας, γ) παραχώρηση της Κρήτης στην Ελλάδα.

Η Συνθήκη αυτή άφηνε όλα τα μέρη λίγο ή πολύ δυσαρεστημένα. Η δημιουργία της Αλβανίας στέρησε στη Σερβία την πολυπόθητη έξοδο στην Αδριατική, με συνέπεια ν’ αρνηθεί την παραχώρηση εδαφών στη Βουλγαρία παρά τη μεταξύ τους συμφωνία. Η Βουλγαρία οραματιζόταν τη δημιουργία Μεγάλης Βουλγαρίας, που περιελάμβανε όλη τη Μακεδονία, προφανώς και τη Θεσσαλονίκη. Η Ελλάδα είχε μεν ανακτήσει μεγάλο μέρος της Μακεδονίας με την πρωτεύουσά της, πλην όμως επιδίωκε την προσάρτηση ολόκληρης της Μακεδονίας, ακολουθώντας τους στόχους της Μεγάλης Ιδέας.

Παράλληλα με την αμοιβαία δυσαρέσκεια των βαλκανικών συμμάχων, υπήρχε έλλειψη συμφωνίας για τη διανομή των κατακτημένων εδαφών μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, ενώ αρκετές φωνές στη Βουλγαρία απαιτούσαν άμεση βουλγαρική προσάρτηση της Θεσσαλονίκης. Η Συνθήκη του Λονδίνου είχε δε αρκετές ασάφειες, τις οποίες κάθε μέρος προφανώς ερμήνευε κατά το εθνικό του συμφέρον.

Ένας άλλος παράγοντας στο εκρηκτικό βαλκανικό μείγμα ήταν η επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, ο ανταγωνισμός των οποίων για επιρροή δεν θα μπορούσε ν’ αποκλεισθεί από τα Βαλκάνια. Η μεν Ρωσία είχε εκεί συμφέροντα λόγω των σλαβικών εθνών, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Αυστρία είχαν συμφέρον να εμποδίσουν την επέκταση της ρωσικής επιρροής. Η Αυστρία ορεγόταν τον έλεγχο της Σερβίας, ενώ η Ιταλία επεδίωκε τον περιορισμό της ισχύος της Ελλάδας. Έτσι, Ιταλία και Αυστρία πίεσαν για τη δημιουργία της Αλβανίας ως ανάχωμα στη σερβική και ελληνική επέκταση, αναγκάζοντας την Ελλάδα να βιάζεται να κατακτήσει όσα περισσότερα εδάφη της Ηπείρου μπορούσε πριν την υπογραφή συνθήκης.

Υπό τα δεδομένα αυτά, οι σχέσεις των Βουλγάρων με τους συμμάχους τους, που ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα εγκάρδιες, έφτασαν στα άκρα. Ελλάδα και Σερβία άρχισαν συνεννοήσεις για την υπογραφή συμφώνου αμυντικής συμμαχίας, διαβλέποντας τον κίνδυνο πολέμου. Οι συζητήσεις, όμως, κρατούσαν καιρό, γιατί οι Σέρβοι, φοβούμενοι επίθεση και από την Αυστρία, επέμεναν να δεσμευθεί η Ελλάδα να τους συνδράμει με 200.000 στρατό και σε περίπτωση επίθεση από τρίτο κράτος∙ η Αυστρία δεν κατονομαζόταν, αλλά υπονοείτο. Οι αρχικοί δισταγμοί της Ελλάδας (που δεν ήθελε τέτοια δέσμευση, καθώς δεν θα μπορούσε να την τηρήσει) κάμφθηκαν μετά από δύο επεισόδια με τους Βούλγαρους στο Παγγαίο όρος (8/21-5-1913) και τη Νιγρίτα (11/24-5-1913) κι έτσι, στις 19-5/2-6-1913 υπεγράφη το ελληνοσερβικό αμυντικό σύμφωνο.

Μέσα στις 15 ημέρες που ακολούθησαν την υπογραφή του συμφώνου αυτού, οι Βούλγαροι πολλαπλασίασαν τα επεισόδια με μονάδες Ελλήνων και Σέρβων, χωρίς όμως να κηρυχθεί πόλεμος. Καθώς η κατάσταση εκτραχυνόταν, ο Τσάρος Νικόλαος Β΄ επενέβη μεταξύ Σέρβων και Βουλγάρων, υποσχόμενος να ρυθμίσει τα διμερή ζητήματα υπό τον όρο άμεσης αποστράτευσης των Βουλγάρων. Οι Σέρβοι δέχθηκαν∙ οι Βούλγαροι κωλυσιεργούσαν για να το αποφύγουν. Ξεκίνησαν τότε κι άλλες διαμεσολαβητικές πρωτοβουλίες, αλλά έπεσαν στο κενό.

Οι Βούλγαροι υποπτεύονταν την ελληνοσερβική προσέγγιση και, θέλοντας να έχουν την πρωτοβουλία κινήσεων και το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, επιτέθηκαν ξαφνικά κατά Ελλήνων και Σέρβων στις 16/29-6-1913 καταλαμβάνοντας το Ιστίπ και την επομένη ημέρα τη Γευγελή, χωρίς κήρυξη πολέμου. Ήθελαν να φοβίσουν τους αντιπάλους και να πιέσουν τη Ρωσία να επέμβει ικανοποιώντας τα αιτήματά τους.

Η επίθεση εκδηλώθηκε σ’ όλο το μέτωπο των ελληνοσερβικών δυνάμεων. Οι Βούλγαροι παρέταξαν το μεγαλύτερο μέρος του στρατού τους (4 στρατιές), που αριθμούσε περίπου 577.000 άνδρες, απέναντι στους Σέρβους και μόνο μια στρατιά απέναντι στους Έλληνες, που αριθμούσαν 142.000 άνδρες. Η αναλογία του βουλγαρικού πυροβολικού ήταν 5:1 έναντι των Σέρβων και 6:1 έναντι των Ελλήνων.

Οι Βούλγαροι σκόπευαν να επιτεθούν στη Θεσσαλονίκη την 19.6.1913, αλλά οι Έλληνες τους πρόλαβαν. Αφού εκκαθάρισαν την πόλη από το βουλγαρικό στρατό, αιχμαλωτίζοντας τους περισσότερους, ξεκίνησαν την 19.6.1913 αντεπίθεση στη γραμμή Κιλκίς – Λαχανά, αναγκάζοντας τους Βούλγαρους ν’ αμυνθούν. Στη γραμμή αυτή δόθηκε η φονικότερη ως σήμερα μάχη για τον ελληνικό στρατό με 8.828 νεκρούς και τραυματίες, καθώς πολεμούσαν σε πεδιάδα, ακάλυπτοι έναντι του εχθρικού πυροβολικού. Τελικά, μετά από νυχτερινή επίθεση της 2ης Μεραρχίας Πεζικού υπό τον Κων/νο Καλλάρη, η πόλη του Κιλκίς κατελήφθη την 21.6/4.7.1913. Οι Βούλγαροι υποχώρησαν προς τις Σέρρες και τη λίμνη Δοϊράνη, όπου έγινε δέυτερη μάχη και πάλι με επικράτηση των Ελλήνων την 23-6/9-7-1913.

Έχοντας χάσει πλέον το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και την πρωτοβουλία κινήσεων, οι Βούλγαροι υποχωρώντας εγκατέλειπαν τις πόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας στον ελληνικό στρατό. Οι Έλληνες κατέλαβαν πρώτα το Σιδηρόκαστρο, έπειτα τις Σέρρες και τέλος τη Δράμα. Στις πόλεις αυτές τόσο ο ελληνικός όσο κι ο μουσουλμανικός πληθυσμός τους αντιμετώπιζε ως ελευθερωτές, καθώς οι Βούλγαροι είχαν διαπράξει τόσο στις Σέρρες όσο και στο Σιδηρόκαστρο απίστευτες αγριότητες, σφάζοντας αδιακρίτως και καίγοντας πριν φύγουν. Το χωριό Δοξάτο της Δράμας υπέστη πρωτοφανή αιματοχυσία και κάηκε, διότι αντιστάθηκε στη βουλγαρική διοίκηση.

Το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο αποφάσισε απηνή καταδίωξη των Βουλγάρων κι έκανε προέλαση βόρεια προς την πόλη της Στρώμνιτσας, την οποία κατέλαβε την 26-6/9-7-1913. Οι Βούλγαροι υποχώρησαν πανικόβλητοι προς τη βουλγαρική ενδοχώρα και οχυρώθηκαν στην περιοχή της Τζουμαγιάς. Στα στενά της περιοχής της Κρέσνας κοντά στη Τζουμαγιά δόθηκε η τελευταία μεγάλη μάχη του πολέμου, όπου ο ελληνικός στρατός και πάλι επικράτησε, πλην όμως σταμάτησε την προέλασή του αποδεχόμενος την πρόταση των Βουλγάρων για ανακωχή.

Λίγες μέρες νωρίτερα, τμήμα του ελληνικού στόλου έκανε παραπλανητικές διελεύσεις μπροστά απ’ το λιμάνι της Καβάλας, που κατείχαν οι Βούλγαροι με συνέπεια να νομίζει η τοπική φρουρά ότι ελληνικός στρατός πρόκειται να αποβιβαστεί στην Κεραμωτή. Φοβούμενοι κάτι τέτοιο, οι Βούλγαροι έφυγαν απ’ την πόλη κι έτσι τα αντιτορπιλικά «Δόξα», «Πάνθηρ» και «Ιέραξ» απελευθέρωσαν την 26-6/9-7-1913 την Καβάλα. Λίγο αργότερα απελευθερώθηκαν η Αλεξανδρούπολη, κατόπιν η Ξάνθη και τέλος η Κομοτηνή, την 16/29-7-1913.

Ενώ ο πόλεμος μαινόταν μεταξύ Σέρβων και Ελλήνων κατά Βουλγάρων, η Ρουμανία διαβλέποντας τη βουλγαρική ήττα, εισέβαλλε στη Βουλγαρία αποσπώντας απ’ αυτήν την περιοχή της Βόρειας Δοβρουτσάς και προέλασε κάνοντας στρατιωτικό περίπατο έως 40 χλμ έξω απ’ τη Σόφια. Ταυτόχρονα, οι Τούρκοι επιτέθηκαν στους Βούλγαρους στη συνοριακή γραμμή της Ανατολικής Θράκης κι ανακατέλαβαν την Αδριανούπολη. Ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Φερδινάνδος, ανήσυχος και βαθιά ταπεινωμένος ζήτησε τη μεσολάβηση του Τσάρου για ανακωχή. Έτσι, κλήθηκαν όλα τα εμπόλεμα μέρη στο Βουκουρέστι για διάσκεψη ειρήνης.

Στο Βουκουρέστι φάνηκε η ευστροφία του Ελευθέριου Βενιζέλου. Γνωρίζοντας ότι Αυστρία και Ρωσία ήθελαν να βοηθήσουν τη Βουλγαρία να γλιτώσει από εδαφικό αφανισμό κι ότι Ιταλοί και Άγγλοι ήταν ουδέτεροι, επέδειξε μετριοπάθεια διεκδικώντας μόνο τα εδάφη της Ανατολικής Μακεδονίας (γραμμή Νέστου) κι όχι και τη Δυτική Θράκη, αν και οι πόλεις της είχαν καταληφθεί από τον ελληνικό στρατό. Η επιμονή του για τη συνοριακή γραμμή Νέστου και η επέμβαση του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ υπέρ της Ελλάδας οδήγησε στην υπογραφή της συνθήκης ειρήνης την 28-7/10.8.1913. Με τη συνθήκη αυτήν, η Ελλάδα αποκτούσε όλη τη Μακεδονία από το Νέστο έως το όρος Μπέλες και της υπόσχονταν τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, τα οποία – παρά τις ενστάσεις των Ιταλών – της δόθηκαν με το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας το 1914. Η περιπέτεια των Βαλκανικών Πολέμων έληγε με τα εδάφη της Ελλάδας διπλασιασμένα.

Η κατάληξη του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου ήταν απόρροια κατά πρώτον του γεγονότος ότι οι Βούλγαροι υποτίμησαν τον ελληνικό στρατό και διέθεσαν πολύ λίγες δυνάμεις εναντίον του, στέλνοντας το κύριο σώμα των δυνάμεών τους κατά των Σέρβων, που τους αναχαίτησαν με μεγάλο κόστος. Αφετέρου, ουδείς ανέμενε τόσο μαχητικό τον ελληνικό στρατό, ο οποίος επέλεξε να προελαύνει αδιαφορώντας για τις απώλειες. Εκατοντάδες αξιωματικοί έπεσαν στα πεδία των μαχών, καθώς πολεμούσαν στην πρώτη γραμμή. Έπειτα, ο εν πολλοίς επιτυχημένος διπλωματικός χειρισμός της κατάστασης στο πεδίο της μάχης από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ισορροπώντας μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής και των υπολοίπων εμπολέμων, απέδωσε με την προσάρτηση πολλών εδαφών, αν και χάσαμε άλλα (κυρίως τη Βόρεια Ήπειρο). Το αποτέλεσμα του πολέμου δικαίωσε το Βενιζέλο, που επέμενε εξαρχής να σπεύσει ο ελληνικός στρατός στη Θεσσαλονίκη και κατόπιν επέδειξε μετριοπάθεια στις εδαφικές του επιδιώξεις. Ο συνδυασμός της άξιας στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας έφερε αποτελέσματα, όντας παράδειγμα και για τη σημερινή δύσκολη εποχή.

Για τα γεγονότα του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Σκουλάτος/Δημακόπουλος/Κονδής – Ιστορία νεότερη και σύγχρονη (ΟΕΔΒ)
Σπ. Μαρκεζίνης – Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος τ. 9 (Πάπυρος)
Γέωρ. Ρούσσος – Νεώτερη ιστορία του ελληνικού έθνους
Αρχείο ΓΕΣ/ΔΙΣ για τους Βαλκανικούς Πολέμους
Η εικόνα: λαϊκή λιθογραφία που απεικονίζει τη μάχη στο Κιλκίς.

Γιάννης Δρίτσουλας

Add new comment

Filtered HTML

  • Web page addresses and e-mail addresses turn into links automatically.
  • Allowed HTML tags: <a> <em> <strong> <cite> <blockquote> <code> <ul> <ol> <li> <dl> <dt> <dd>
  • Lines and paragraphs break automatically.

Plain text

  • No HTML tags allowed.
  • Web page addresses and e-mail addresses turn into links automatically.
  • Lines and paragraphs break automatically.